Πανηγυρικός Ἑσπερινός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στό Παλαιό Φάληρο
Ὅπως κάθε χρόνο, τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων ἐνδόξων, πανευφήμων καί Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, Κυριακή 28 Ἰουνίου, τελέσθηκε στόν αὔλειο χῶρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ ἁγίου Γεωργίου στό Ξηροτάγαρο Παλαιοῦ Φαλήρου, ὁ καθιερωμένος Πανηγυρικός Ἑσπερινός πρός τιμήν τοῦ ἀποστόλου Παύλου, χάρις στόν ὁποῖο ἡ Πατρίδα μας δέχτηκε τόν σπόρο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.
Χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας, Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης κ. Συμεών, τελέστηκε ὁ πανηγυρικός Ἑσπερινός μέ τή συμμετοχή τοῦ ἱεροῦ κλήρου καί πλήθους πιστῶν ἀπό τήν ἐνορία τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Παλαιοῦ Φαλήρου, καθώς καί ἀπό τίς ὅμορες ἐνορίες. Στόν ἱστορικό αὐτό τόπο, ὅπου ἀποβιβάστηκε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐρχόμενος διά θαλάσσης ἀπό τή Βέροια, οἱ πιστοί συνέρρευσαν γιά νά τιμήσουν τόν οὐρανοβάμονα κήρυκα τῶν Ἐθνῶν καί ἱδρυτή τῆς Ἐκκλησίας μας.
Κατά τόν ἑόρτιο Ἑσπερινό, τήν πανηγυρική ὁμιλία ἐκφώνησε ὁ Πανοσιολ. Ἀρχιμ. Γεώργιος Ρουσάκης, ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Παλαιοῦ Φαλήρου. Στόν λόγο του, ὁ π. Γεώργιος ἀναφέρθηκε στήν παρουσία τοῦ πρωτοκορυφαίου Ἀποστόλου Παύλου στήν Ἀθήνα καί στήν ἱστορική ὁμιλία του στόν Ἄρειο Πάγο.
* * *
Ὁ ὁμιλητής ἀρχίζει νά ἐξιστορεῖ τήν ἱεραποστολική πορεία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀπό τή Μακεδονία ἕως τήν Ἀθήνα. Ἐπικεντρώνεται στήν ἄφιξη τοῦ Παύλου στό Φάληρο καί τήν ἱστορική ὁμιλία του στόν Ἄρειο Πάγο, ὅπου χρησιμοποίησε τόν βωμό τοῦ «Ἀγνώστου Θεοῦ» ὡς ἀφορμή γιά νά κηρύξει τόν Χριστιανισμό. Ἀναλύει τήν ἀντιπαράθεση τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας μέ τίς ἐπικρατοῦσες φιλοσοφικές σχολές τῶν Ἐπικουρείων καί τῶν Στωικῶν, καθώς καί τή σημασία τῆς Ἀνάστασης. Ἡ ὁμιλία του τονίζει ἐπίσης τή μεθοδολογία τοῦ Παύλου, ἡ ὁποία βασιζόταν στόν σεβασμό πρός τήν ἑλληνική παιδεία καί τόν πολιτισμό, χωρίς ὅμως νά ἀλλοιώνεται τό πνευματικό μήνυμα. Τέλος, ὑπογραμμίζεται ἡ διαχρονική ἐπικαιρότητα τοῦ ἀποστολικοῦ λόγου, καλώντας τούς σύγχρονους πιστούς σέ μετάνοια καί πνευματική ἀφύπνιση. Ἄς δοῦμε ὁρισμένα κεντρικά σημεῖα τῆς πανηγυρικῆς ὁμιλίας:
Α. Ποῦ ἀκριβῶς ἀποβιβάστηκε ὁ Παῦλος φτάνοντας στήν Ἀττική; Σύμφωνα μέ τόν π. Γεώργιο, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μετά ἀπό ἕνα κουραστικό ταξίδι περίπου πέντε ἡμερῶν ἀκολουθώντας τή θαλάσσια ὁδό ἀπό τή Βέροια, ἀποβιβάστηκε στό Φάληρο. Πιό συγκεκριμένα, ἡ ἀποβάθρα τοῦ λιμανιοῦ ὅπου ἀγκυροβόλησε τό πλοῖο του βρισκόταν μεταξύ τῶν ἐκβολῶν τοῦ ποταμοῦ Ἰλισοῦ καί τοῦ σημείου ὅπου σήμερα ὑψώνεται ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στό Ξηροτάγαρο, στό σημερινό Παλαιό Φάληρο. Ἡ ἐπιλογή αὐτοῦ τοῦ σημείου εἶχε πρακτική σημασία, καθώς τό λιμάνι τοῦ Φαλήρου ἦταν τό μέρος ὅπου ἀγκυροβολοῦσαν τά ἐπιβατικά καί ἐμπορικά πλοῖα τῆς ἐποχῆς. Ἐπίσης, βρισκόταν δύο χιλιόμετρα ἐγγύτερα πρός τήν πόλη τῶν Ἀθηνῶν σέ σύγκριση μέ τόν Πειραιά, ὁ ὁποῖος ἐκείνη τήν περίοδο λειτουργοῦσε κυρίως ὡς τό πολεμικό λιμάνι τῶν Ἀθηναίων. Ἀπό αὐτό τό σημεῖο, ὁ Παῦλος ξεκίνησε τήν πορεία του πρός τό «κλεινόν ἄστυ» γιά νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο.
Β. Ἡ σημασία τοῦ βωμοῦ τοῦ «Ἀγνώστου Θεοῦ». Ἡ σημασία τοῦ βωμοῦ τοῦ «Ἀγνώστου Θεοῦ» ὑπῆρξε καθοριστική γιά τήν ἱεραποστολική δράση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στήν Ἀθήνα, λειτουργώντας σέ τρία ἐπίπεδα: α) Ἀφορμή γιά τό κήρυγμα. Ὁ Παῦλος χρησιμοποίησε τήν ἐπιγραφή τοῦ βωμοῦ ὡς τό κεντρικό σημεῖο ἀναφορᾶς στήν ὁμιλία του στόν Ἄρειο Πάγο. Ἀντί νά ξεκινήσει μέ ἀναφορές στήν Παλαιά Διαθήκη, τίς ὁποῖες οἱ Ἀθηναῖοι ἀγνοοῦσαν, ἀξιοποίησε αὐτό τό ὑπαρκτό στοιχεῖο τοῦ δικοῦ τους πολιτισμοῦ γιά νά τούς μιλήσει γιά τόν μοναδικό καί ἀληθινό Θεό. β) Ὁμολογία ἄγνοιας καί ἀναζήτησης. Ἡ ὕπαρξη τοῦ βωμοῦ σήμαινε τήν παραδοχή τῶν Ἀθηναίων ὅτι, παρά τή μεγάλη εὐσέβειά τους, δέν γνώριζαν τά πάντα γύρω ἀπό τά θρησκευτικά ζητήματα. Ὁ βωμός αὐτός προοριζόταν γιά κάθε θεότητα πού οἱ Ἀθηναῖοι μπορεῖ νά ἀγνοοῦσαν, ἀλλά λάτρευαν οἱ ξένοι ἐπισκέπτες τῆς πόλης. Ἔδειχνε ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι, ὡς «φιλόθρησκοι», ἀναζητοῦσαν κάτι παραπάνω ἀπό τίς γνωστές τους θεότητες. γ) Γέφυρα ἐπικοινωνίας, ἱεραποστολικό ὑπόδειγμα. Ὁ βωμός ἐπέτρεψε στόν Παῦλο νά παρουσιάσει τόν Θεό τῶν Χριστιανῶν ὄχι ὡς μιά «ξένη» θεότητα, ἀλλά ὡς αὐτόν πού οἱ Ἀθηναῖοι ἤδη λάτρευαν χωρίς νά τόν γνωρίζουν. Μέ αὐτόν τόν τρόπο, σεβάστηκε τήν ἰδιοπροσωπία τους καί δημιούργησε ἕναν δίαυλο ἐπικοινωνίας γιά νά τούς καλέσει νά περάσουν ἀπό τόν «καιρό τῆς ἄγνοιας» στήν «ἀληθινή γνώση». Σύμφωνα μέ τόν ὁμιλητή, ὁ βωμός αὐτός βρισκόταν σέ ἕνα σημεῖο πρός τό τέλος τῆς διαδρομῆς τοῦ Παύλου πρός τήν πόλη, ἐκεῖ πού σήμερα βρίσκεται ἡ ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Θεοδώρων στήν πλατεῖα Κλαυθμῶνος. Ἀκόμη καί σήμερα, ἡ ἔννοια τοῦ «Ἀγνώστου Θεοῦ» παραμένει ἐπίκαιρη γιά ὅσους ἀναζητοῦν νόημα σέ ἕναν μπερδεμένο κόσμο.
Γ. Οἱ διαφορές μεταξύ Ἐπικουρείων καί Στωικῶν φιλοσόφων. Κατά τήν ἐποχή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στήν Ἀθήνα οἱ Ἐπικούρειοι καί οἱ Στωικοί ἦταν οἱ δύο κυρίαρχες φιλοσοφικές σχολές, οἱ ὁποῖες διέφεραν ριζικά στή θεώρησή τους γιά τόν Θεό, τόν κόσμο καί τή ζωή. Οἱ βασικές τους διαφορές, ὅπως περιγράφονται, εἶναι οἱ ἑξῆς:
1. Ἡ σχέση μέ τό θεῖο καί τήν πρόνοια. α) Οἱ Ἐπικούρειοι πίστευαν ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε μέν τό σύμπαν, ἀλλά δέν ἀσχολεῖται πλέον μέ τήν τύχη του. Ἀρνοῦνταν κάθε ἔννοια θείας πρόνοιας καί τή δυνατότητα ὁποιασδήποτε σχέσης τοῦ ἀνθρώπου μέ τό θεῖο. β) Οἱ Στωικοί ἦταν πανθεϊστές, καθώς πίστευαν ὅτι τά πάντα ρυθμίζονται ἀπό τό πεπρωμένο, τό ὁποῖο καθορίζει ὅσα πρόκειται νά συμβοῦν στόν ἄνθρωπο, σέ ἀντίθεση μέ τή χριστιανική διδασκαλία γιά ἕναν προσωπικό Θεό.
2. Ὁ σκοπός καί ὁ τρόπος ζωῆς. α) Οἱ Ἐπικούρειοι εἶχαν ὡς ἐπίκεντρο τήν ἀναζήτηση τῶν ἡδονῶν, πρωτίστως τῶν πνευματικῶν ἀλλά καί τῶν γενικότερων. Ἀκολουθοῦσαν τό πρόγραμμα «Carpe Diem», ἄδραξε τή μέρα, ἐπιδιώκοντας νά ἀπολαύσουν καί νά ἐκμεταλλευτοῦν στό ἔπακρο τήν παροῦσα ζωή. β) Οἱ Στωικοί ἀντιμετώπιζαν τή ζωή καί τόν προορισμό τους μέ σχετική ἀπάθεια καί μιά αἴσθηση ἐπιφανειακῆς ἀνωτερότητας. Ἔθεταν τόν ἄνθρωπο ὡς ἐπίκεντρο τῆς κλειστῆς τους θεωρίας γιά τόν κόσμο.
3. Ἡ μεταθανάτια ζωή. α) Οἱ Ἐπικούρειοι μέ τίς ἰδέες τους ὁδηγοῦνταν στήν ἄρνηση ὁποιασδήποτε σκέψης γιά μεταθανάτια ζωή. β) Οἱ Στωικοί, ἄν καί δέν ἀναφέρεται ρητά ἡ θέση τους γιά τή μεταθανάτια ζωή στήν πηγή, σημειώνεται ὅτι ἡ θεωρία τους ἦταν «κλειστή» καί ἐπικεντρωμένη στόν ἄνθρωπο καί τό πεπρωμένο του μέσα στόν κόσμο. Καί οἱ δύο σχολές πάντως, παρά τίς διαφορές τους, δυσκολεύτηκαν νά ἀποδεχθοῦν τή διδασκαλία τοῦ Παύλου γιά τήν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, τήν ὁποία θεωροῦσαν φιλοσοφικά ἀβάσιμη.
Δ. Ἡ ἀντίδραση τῶν Ἀθηναίων στό κήρυγμα τοῦ Παύλου. Ἡ ἀντίδραση τῶν Ἀθηναίων στό κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου χαρακτηρίζεται ἀπό ἕναν συνδυασμό περιέργειας, ἐπιφυλακτικότητας καί ἀστικῆς εὐγένειας, διαφοροποιούμενη σημαντικά ἀπό τίς βίαιες ἀντιδράσεις πού συνάντησε σέ ἄλλες πόλεις. Σύμφωνα μέ τόν ὁμιλητή, τά κύρια στάδια καί χαρακτηριστικά τῆς ἀντίδρασής τους ἦταν τά ἑξῆς: α) Ἀρχικός σκεπτικισμός. Οἱ Ἀθηναῖοι, ὄντας συνηθισμένοι στίς φιλοσοφικές συζητήσεις, τόν ἀντιμετώπισαν ἀρχικά μέ ἐπιφύλαξη, ἀποκαλώντας τόν «σπερμολόγο», φλύαρο. β) Ἐπίσημη πρόσκληση. Παρά τήν ἐπιφυλακτικότητά τους, ἡ «ἀστική τους εὐγένεια» καί τό ἐνδιαφέρον τους γιά κάθε «νέα διδασκαλία» τούς ὤθησε νά τόν καλέσουν ἐπίσημα νά ἀναπτύξει τίς ἰδέες του στό πιό σεβαστό βῆμα τῆς πόλης, τόν Ἄρειο Πάγο. γ) Ἤρεμη ἀκρόαση. Σέ ἀντίθεση μέ πόλεις ὅπως ἡ Θεσσαλονίκη ἤ οἱ Φίλιπποι, στήν Ἀθήνα ὁ Παῦλος δέν ἀντιμετώπισε σωματική βία ἤ φυλάκιση. Οἱ Ἀθηναῖοι ἄκουσαν τήν ὁμιλία του μέ προσοχή καί ἠρεμία μέχρι ἕνα συγκεκριμένο σημεῖο. δ) Ἀπόρριψη μέσῳ εἰρωνείας. Ἡ κύρια διαφωνία τους προέκυψε ὅταν ὁ Παῦλος μίλησε γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, μιά ἔννοια πού οἱ φιλόσοφοι τῆς ἐποχῆς θεωροῦσαν «ἀβάσιμη». Ἡ ἄρνησή τους δέν ἐκφράστηκε μέ ἐπίθεση, ἀλλά μέ εἰρωνεία καί μιά εὐγενική ἀναβολή: «Θά σέ ἀκούσουμε καί μιά ἄλλη φορά». ε) Διαφορετικές προσωπικές στάσεις. Μετά τό πέρας τῆς ὁμιλίας, ὁ Παῦλος ἀποχώρησε ἀπόλυτα ἀσφαλής. Οἱ ἀκροατές του χωρίστηκαν σέ τρεῖς κατηγορίες: i) Σέ αὐτούς πού πίστεψαν καί τόν ἀκολούθησαν. ii) Σέ αὐτούς πού ἀνέβαλαν τήν ἀπόφασή τους γιά τό μέλλον. iii) Σέ αὐτούς πού παρέμειναν χλευαστές τοῦ ἀποστολικοῦ λόγου. Συνοπτικά, οἱ Ἀθηναῖοι ἀντιμετώπισαν τόν Παῦλο ὡς ἕναν ἀκόμη φιλόσοφο, προσφέροντάς του τό βῆμα νά ἀκουστεῖ, ἀλλά οἱ περισσότεροι δυσκολεύτηκαν νά ἀποδεχθοῦν τό κεντρικό μήνυμα τῆς Ἀνάστασης, προτιμώντας τήν εἰρωνική ἀπόσταση ἀπό τή βίαιη σύγκρουση.
Ε. Τά χαρακτηριστικά τῆς ὀρθόδοξης ἱεραποστολῆς κατά τόν Παῦλο. Σύμφωνα μέ τόν π. Γεώργιο ἡ δράση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στήν Ἀθήνα ἀναδεικνύεται σέ ὑπόδειγμα ἱεραποστολικῆς προσέγγισης, θέτοντας τούς βασικούς κανόνες τῆς Ὀρθόδοξης ἱεραποστολῆς. Τά κύρια χαρακτηριστικά αὐτῆς τῆς προσέγγισης εἶναι τά ἑξῆς: α) Σεβασμός στήν ἰδιοπροσωπία καί τόν πολιτισμό. Ὁ Παῦλος προσεγγίζει τούς ἀκροατές του μέ βαθύ σεβασμό πρός τήν πολιτιστική τους παράδοση καί τόν τρόπο σκέψης τους. β) Ἀναγνωρίζει τή θεοσέβειά τους, ἀποκαλώντας τούς «κατά πάντα δεισιδαιμονεστέρους», ὄχι γιά νά τούς κολακεύσει, ἀλλά γιά νά δημιουργήσει ἕναν δίαυλο ἐπικοινωνίας. γ) Χρήση στοιχείων τοῦ τοπικοῦ πολιτισμοῦ ὡς ἀφετηρία. Ἀντί νά χρησιμοποιήσει παραδείγματα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη πού οἱ Ἀθηναῖοι ἀγνοοῦσαν, ὁ Παῦλος ἀξιοποιεῖ στοιχεῖα ἀπό τή δική τους ζωή, ὅπως τόν βωμό τοῦ «Ἀγνώστου Θεοῦ», καθώς καί ρήσεις δικῶν τους ποιητῶν, ὅπως τοῦ Ἐπιμενίδη καί τοῦ Ἀράτου. δ) Αὐθεντική καί ἀνόθευτη μεταφορά τοῦ θείου λόγου. Παρά τόν σεβασμό καί τήν προσαρμοστικότητα τῆς γλώσσας του, ὁ Παῦλος δέν κάνει καμία ὑποχώρηση ἤ ἀλλοίωση στό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Μεταφέρει τήν ἀλήθεια ἀκέραιη, ἀκόμη καί ὅταν αὐτή εἶναι δύσκολη γιά τό ἀκροατήριό του, ὅπως ἡ διδασκαλία γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. ε) Θάρρος καί ἀταλάντευτη ὁμολογία. Ὁ Ἀπόστολος κηρύττει μέ παρρησία, καλώντας τούς ἀνθρώπους νά ἐγκαταλείψουν τήν ἄγνοια καί νά μεταστραφοῦν στήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά φοβᾶται τήν εἰρωνεία ἤ τήν ἀπόρριψη. στ) Πρόσκληση σέ μετάνοια καί ἔνταξη στήν Ἐκκλησία. Ἡ ἱεραποστολή δέν στοχεύει σέ μιά ἀφηρημένη φιλοσοφική συζήτηση, ἀλλά ἔχει ὡς σκοπό τή μετάνοια καί τήν ὀργανική ἔνταξη τῶν πιστῶν στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. ζ) Προσωπική ἀπόφαση καί ἐλευθερία. Ὁ ἱεραποστολικός λόγος θέτει τούς ἀκροατές πρό μιᾶς προσωπικῆς ἐπιλογῆς καί ἀπόφασης νά ἀκολουθήσουν ἤ ὄχι τόν ἀναστάντα Κύριο, σεβόμενος τήν ἐλευθερία τους. Συνοπτικά, ἡ ὀρθόδοξη ἱεραποστολή κατά τόν Παῦλο συνδυάζει τήν εὐγενική προσέγγιση τοῦ «ἄλλου» μέ τήν ἀταλάντευτη προσήλωση στήν ἀλήθεια τῆς Ἀνάστασης.
Ὁλοκληρώνοντας ὁ π. Γεώργιος ἐπικεντρώνεται στή διαχρονική ἐπικαιρότητα τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Συγκεκριμένα, ὁ ὁμιλητής ἀναφέρει τά ἑξῆς: α) Τό κάλεσμα σέ μετάνοια ὑπογραμμίζοντας ὅτι τό μήνυμα τοῦ Παύλου στόν Ἄρειο Πάγο παραμένει ἐπίκαιρο, καθώς ὁ Θεός καλεῖ ὅλους τούς ἀνθρώπους παντοῦ νά μετανοήσουν, διότι ἔχει ὁρίσει μιά ἡμέρα κατά τήν ὁποία θά κρίνει τήν οἰκουμένη μέ δικαιοσύνη. β) Τό παράδειγμα τοῦ Ἀποστόλου. Ἐκφράζεται ἡ εὐχή –διά τοῦ χοροστατοῦντος Σεβασμιώτατου Ποιμενάρχη μας– οἱ πιστοί νά ἀκολουθοῦν μέ ἀνανεωμένο ζῆλο τό παράδειγμα καί τά διδάγματα τοῦ Παύλου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τῆς τῶν Ἀθηνῶν.
«Εὔχεσθε, Σεβασμιότατε πάτερ καί δέσποτα, νά ἀκολουθοῦμε πάντα μέ ἀνανεωμένο ζῆλο τό παράδειγμα καί τά διδάγματα τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι καί ὁ ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας μας, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί μάλιστα τῆς ‘Εκκλησίας τῶν Ἀθηνῶν. Καί ἄς προσευχηθοῦμε μαζί του, ὅπως μᾶς γράφει στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή, ”κατοικῆσαι τόν Χριστόν διά τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν” (3,17), νά κατοικήσει ὁ Χριστός μέσῳ τῆς πίστης στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων».
* * *
Στό τέλος τοῦ Πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ ὁ Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας κ. Συμεών εὐχαρίστησε τόν π. Γεώργιο γιά τήν ὁμιλία του, ἡ ὁποία ἔδωσε τό ἔναυσμα ὥστε νά παρακαλέσει θερμά τούς παρευρισκομένους γιά τήν περίοδο αὐτή τοῦ θέρους καί ὅπου βρεθοῦμε ἀκόμα καί στίς διακοπές, ὅπως εἶπε, «νά μελετήσετε μέ πολλή προσοχή καί πολλή εὐλάβεια τό βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων. Εἶναι κάτι τό ὁποῖο θά σᾶς ἀναγεννήσει καί θά κατανοήσετε τούς κόπους καί τούς ἀγῶνες τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν νά φέρει τό Εὐαγγέλιο σέ ὅλον τόν τότε γνωστό κόσμο, ἀλλά καί γιά μᾶς ἰδιαίτερα τούς Ἕλληνες, μιά καί εἶναι ὁ Ἀπόστολος πού εὐαγγελίστηκε τόν τότε Ἑλλαδικό χῶρο. Χρόνια πολλά καί εὐλογημένα».
